το σώμα μου
το σκάφανδρο του Jacques Cousteau
τα βράδια μπαίνουν νερά από το βόρειο Αιγαίο στο δωμάτιο
και μια φορά, ο ξιφίας της Χιλής
ο ξιφίας της 7ης Μαΐου του 1953, των 536 κιλών
ζωντάνεψε και μου έκοψε τα χέρια με την πριονωτή του μύτη
ο Elvis πέθανε φορώντας το πιο αστείο ρούχο από την ντουλάπα του
κάτι ανάμεσα σε στολή αστροναύτη και φόρμα εγκυμοσύνης
ουίσκι, βαρβιτουρικά, μπέργκερ και χριστιανισμός
μερικές φορές βαριέμαι περισσότερο από τον Elvis
και δεν έχω καν τόσο αστεία ρούχα
η αγάπη σου
μια Καρυάτιδα
κρύα, σκληρή, χωρίς χέρια
σε μίνιμαλ γυάλινο μουσείο 2 λεπτά από το μετρό
κόκκινη γραμμή, welcome to Greece, 1.40 ευρώ το εισιτήριο
ισχύει για απεριόριστες διαδρομές εντός 90 λεπτών
πρέπει να ξαναγράψουμε τη ζωολογία
αγόρια με φτερά στα μαλλιά
κορίτσια με animal print
αίματα στις σαβάνες της Ομόνοιας
ένα παγώνι στο σκαμπό του μπαρ
μια λεοπάρδαλη στο τρόλεϊ
μια ζέβρα που πίνει ουίσκι στο ασανσέρ, μόνη της, με μάσκαρα να κυλάει στο μάγουλο
η καρδιά μου
ο μύκητας
μια χειροβομβίδα
άυπνη, ανήσυχη, με λεπτή συρμάτινη περόνη
ένα αρθρόποδο χωρίς πόδια και με χτυπημένο θώρακα
Ο Μάνθος έβγαλε κάτι περίεργο στο πουλί του, λέει.
Στην αρχή τον έτρωγε, μετά τον έτσουζε, μετά κοκκίνισε, μετά φωσφόρισε, μετά έκανε έναν θόρυβο σαν μέταλλα που τρίβονται και στο τέλος αυτό το κάτι περίεργο άρχισε να μιλάει.
Του λέει "Φίλε για Ομόνοια καλά πάω; έχει απεργία το μετρό και δεν ξέρω πως να κατέβω κέντρο".
Του έσκασε κάνα δυο χαστούκια, σήκωσε το παντελόνι, τράβηξε το φερμουάρ και ξεκίνησε για τον γιατρό.
Μπαίνει στο ιατρείο, τον κοιτάζει η κοπέλα και του λέει "έχετε ραντεβού;"
"Όχι", απαντάει ο Μάνθος, "αλλά να, το πουλί μου μιλάει".
"Τι γλώσσα;" ρωτάει η κοπέλα.
"Γλώσσα λανθάνουσα", απαντάει ο Μάνθος.
"Περιμένετε παρακαλώ".
Χτες με έπιασε ένα παραλήρημα για πρόβατα. Το αποδίδω στις ποιμενικές μου καταβολές. Φαντάζομαι δηλαδή ότι έχω ποιμενικές καταβολές. Αφού δεν κατάγομαι από επιστήμονες, εφευρέτες και πολιτικούς, από ποιμένες θα κατάγομαι.
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών, ένα νεαρό αρνάκι κατάπιε το αγαπημένο μου playmobil. Ο πλαστικός κοσμοναύτης σφήνωσε στην τραχεία του ζώου και πέθανε από ασφυξία. Το έμαθα πολύ αργότερα. Στεναχωρήθηκα για το αρνί αλλά μετά σκεφτόμουν, τι να απέγινε ο πλαστικός κοσμοναύτης μου; Να τον φάγαμε κι αυτόν;
Σκέψου να είσαι από πλαστικό, να ζεις σε ένα ήσυχο μεσοαστικό σπίτι για όλη σου τη ζωή και μόλις βγεις στα χωράφια της επαρχίας, να σκοτώνεις άθελά σου ζώα περίπου 600 φορές μεγαλύτερά. Κοσμοναύτης παγιδευμένος σε αναπνευστικές οδούς μηρυκαστικών ανάμεσα σε μασημένα χορτάρια και γαστρικά υγρά, σκληρή φάση.
Ο Μάνθος διάβασε λίγο τη βογκ. Έλεγε για ένα μοντέλο από το Λιχτενστάιν που είχε πυρετό και της έγραψε ο γιατρός μια μπριζόλα και πατάτες. Και αφού την έφαγε, πήρε ενάμιση κιλό, άρχισε να κλαίει και αυτοκτόνησε. Σκληρή φάση. "Μη διαβάζεις μαλακίες" του είπε το πουλί του. Έπιασε το περιοδικό με το ένα χέρι και κοπάνησε με δύναμη τον καβάλο του. Ένα κοριτσάκι εννέα χρόνων και η μητέρα του τον κοίταξαν έντονα.
"Να τρως και να μη διαβάζεις λαϊφστάιλ" είπε ο Μάνθος στο κοριτσάκι.
"Τράβα γαμήσου και ψόφα παλιοβρωμιάρη" του απάντησε η μικρή.
Η μαμά του χαμογελούσε με χημικά μάτια που άστραφταν από χάπια και τηλεόραση, η μικρή έτριζε τα δόντια της σαν ντόπερμαν.
Ο ιατρός έμοιαζε με τον Κλιντ Ίστγουντ, ένας ψηλός λεπτός γαμιόλης με αυστηρό αέρα και ανάσα που μύριζε σκόρδο.
"Γδύσου" είπε στον Μάνθο. "Τι έχουμε;"
"Το πουλί μου μιλάει" είπε ο Μάνθος.
"Ε και;" είπε ο γιατρός.
"Τι εννοείτε γιατρέ, δεν είναι φυσιολογικό αυτό".
"Ε και; Σε ενοχλεί; Μιλάει δυνατά; Λέει κακές λέξεις;"
"Όχι" απάντησε ο Μάνθος.
"Τότε καλά είσαι" είπε ο γιατρός και κατέβασε το παντελόνι του.
Το πουλί του γιατρού έβηξε και είπε στο πουλί του Μάνθου: "Πάμε;"
"Πάμε" απάντησε το πουλί του Μάνθου. Και πήγαν.
Ο γιατρός και ο Μάνθος έπεσαν στο πάτωμα ενώ τα πουλιά τους ξεκόλλησαν και πιάστηκαν χέρι χέρι.
Και πήγαν. Ήταν απλό δηλαδή. Απλά πας.
Θέλω να πιστεύω ότι αν ποτέ εισβάλλουν στη Γη τεράστια εξωγήινα πρόβατα 600 φορές μεγαλύτερα από μένα θα βουτάω στους οισοφάγους τους και θα σώζω έτσι τον πλανήτη, τους φίλους μου, πέντε έξι δίσκους και ένα κορίτσι.
Μέχρι τότε γίνομαι εννιά ετών, κουρεύομαι σαν playmobil, μυρίζω πλαστικό, κλείνω τα μάτια και περιμένω κάτω από τον ήλιο κάτι που δεν ξέρω τι είναι.
Είναι ένας τύπος στο γραφείο που έρχεται καθημερινά με μάσκα και αναπνευστήρα. Λέει ότι είναι ψάρι. Εκτός από αυτό φαίνεται μια χαρά τύπος. Κάθεται με το λάπτοπ στα πλακάκια της τουαλέτας και κάθε τόσο μπαίνει στη ντουζιέρα και βρέχεται. Δεν πολυμιλάει, όταν θέλει να μας πει κάτι, στέλνει email ή περνάει από τα γραφεία μας και κολλάει στις οθόνες μας κίτρινα ποστ ιτ. Ακόμη κι αν δεν τον έχουμε δει, βλέπουμε τις λιμνούλες που σχηματίζονται από το νερό δίπλα στα γραφεία μας και καταλαβαίνουμε ότι είναι τα δικά του ποστ ιτ.
Μια μέρα η κυρία Ματίνα από το Λογιστήριο τον κοίταξε για δυο λεπτά συνεχόμενα και του είπε:
"Δεν είσαι ψάρι. Τα ψάρια δεν έχουν λάπτοπ".
Και ο τύπος της είπε:
"Απλά δεν είμαι συνηθισμένο ψάρι, από αυτά που ξέρεις" και γύρισε στα πλακάκια της τουαλέτας και το λάπτοπ.
Όταν είμαι άρρωστος, με γεμάτα ιγμόρεια και δυσκολία στην αναπνοή, ξαπλώνω στον καναπέ και κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι ότι είμαι δύτης σε ελεύθερη κατάδυση με μάσκα και αναπνευστήρα. Δεν την ξέρω καλά τη θάλασσα. Γεννήθηκα στη στεριά και μεγάλωσα σε χωράφια, γύρω γύρω βουνά, χώμα, λίπασμα, βροχές εβδομάδων. Εκεί που κλείνω τα μάτια όμως ακούω την ίδια την αναπνοή μου όπως ακούγεται η αναπνοή του Νταρθ Βέιντερ ή σαν μακροβούτι του Αυγούστου.
Το μόνο που ξέρω για τη θάλασσα είναι πως αν κλείσεις τα μάτια και συγκεντρωθείς πολύ μπορείς να φέρεις όλη την υποβρύχια μοναξιά στο γραφείο σου, στο σαλόνι σου ή στο κρεβάτι σου.
Ο τύπος που λέει ότι είναι ψάρι χτές έλειπε. Ρώτησα τον θυρωρό αν τον είδε και μου είπε ότι κάποτε είχε ένα χρυσόψαρο το οποίο ερωτεύτηκε ένα καναρίνι και πήγαν στο Παρίσι και πίναν κρασί και κάπνιζαν φούντα και τέτοια. Σκέφτηκα ότι τα χρυσόψαρα δεν πίνουν κρασί ή φούντα αλλά μετά θυμήθηκα ότι, εντάξει μπορεί να μην ήταν συνηθισμένο χρυσόψαρο, από αυτά που ξέρω.
"Δεν ήταν συνηθισμένο χρυσόψαρο, από αυτά που ξέρεις" είπε ο θυρωρός σαν να διάβαζε τη σκέψη μου. "Ήξερε να διαβάζει την ώρα, να πληρώνει τη ΔΕΗ και να μαγειρεύει μακαρόνια με κιμά. Μου λείπει το χρυσψαρό μου".
Βγήκα ζαλισμένος στην Κηφισίας, τυλίχτηκα καλά στο μπουφάν μου και έσφιξα τις γροθιές μου.
Τα τελευταία δυο χρόνια κοιμάμαι με σφιγμένες γροθιές. Δεν το είχα προσέξει. Το παρατήρησε κάποια στιγμή μια κοπέλα και μου είπε "φοβάμαι, νιώθω σαν να κοιμάμαι με μποξέρ". Εγώ. Μποξέρ. Θα μπορούσα να είμαι ο τύπος που κουβαλάει την πετσέτα του μποξέρ, ή αυτός που του φτιάχνει το τσάι μετά τον αγώνα. Τέλος πάντων. Της ζήτησα συγγνώμη και της είπα "αν ήμουν ψάρι δεν θα είχα χέρια". Δεν ξέρω γιατί της το πα αυτό. Καμιά φορά ακόμη κι εγώ με βρίσκω περίεργο.
Το αφεντικό ρώτησε για τον τύπο που λεει ότι είναι ψάρι. Η κυρία Θεοδοσία από τις Πωλήσεις είπε πως το πρωί ήταν εδώ. Έτρωγε μια σαλάτα με γαρίδες, λέει, και είχε μια περίεργη γλοιώδη ουσία πάνω του. Είχα ένα κακό προάισθημα. Έτρεξα στην τουαλέτα και είδα ένα άδειο κοστούμι των 39,99 ευρώ πεταμένο στο πάτωμα και δίπλα τη μάσκα και τον αναπνευστήρα. Είχε ένα μικρό σημείωμα που έγραφε το ονομα μου και έλεγε "Θα τα χρειαστείς σύντομα". Το έχωσα γρήγορα στην τσέπη και φώναξα τους υπόλοιπους. Δεν μιλούσε κανένας. Η κυρία Ματίνα έκλαιγε. Μίλησα πρώτος και ρώτησα:
"Λέτε να έφυγε από την λεκάνη ή απο το σιφόνι";
"Σοβαρέψου", είπε το αφεντικό, "κανείς δεν χωράει από αυτό το σιφόνι. Προφανώς έφυγε απο τη λεκάνη".
Ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει ξανά. Η κυρία Ματίνα έκλαιγε ακόμη.
"Τι θα φάμε;" ρώτησε μετά από λίγο ο Τάκης, ένας ψηλός αδύνατος τύπος από το τμήμα Δικτύων και Πολυμέσων.
"Εγώ θέλω σήζαρς" είπε η Δήμητρα από τις Δημόσιες Σχέσεις.
"Εγω κινέζικο" είπε η κυρία Θεοδοσία από τις Πωλήσεις.
Τελικά δεν ξέρω γιατί, αλλά πήραμε πιτόγυρα. Ωραία ήταν. Ξεροψημένα και με έξτρα τζατζίκι. Μας έκαναν δώρο και μια κοκακόλα. Ήταν και γαμώ τις μέρες γενικά, όσο μαλακία πρέπει και όσο γαμάτη πρέπει.