24.7.13

κάτι, σαν ανατέλλων τρόμος

συνταγή
Από την εξώπορτα μέχρι το σταθμό του μετρό είναι 176 βήματα. 
17 λεπτά στο μετρό. 
8 λεπτά στον προαστιακό. 
45 βήματα από τον σταθμό για το γραφείο. 
10 ώρες στο γραφείο.
45 βήματα από το γραφείο για το σταθμό.
8 λεπτά στον προαστιακό. 
17 λεπτά στο μετρό.
176 βήματα από το σταθμό του μετρό μέχρι την εξώπορτα.
5 ώρες στον καναπέ.
7 ώρες αμφίβολου ύπνου με ιδρώτα, δύσπνοια, άπνοια, γαστρο-οισοφαγική παλλινοδρόμηση, οξέα από το στομάχι στο σεντόνι, κλιματιστικό, ξυπνητήρι, νερό, σερτραλίνη.
Απλά μαθηματικά.

το κάτι
Από την οροφή του ασανσέρ άρχισε να κυλάει στα τοιχώματα μια κίτρινη παχύρευστη ουσία. Ψυχραιμία. Κοιτάζω το ρολόι, αρχίζω να ιδρώνω. Ψυχραιμία. Η κυρία από τον δεύτερο κρατάει δυο σακούλες σουπερμαρκετ, φοράει φτηνά αθλητικά και αδιάφορο άρωμα. Ψάχνω τις τσέπες μου, όχι κάτι συγκεκριμένο, από συνήθεια.
"Ο Ιεζεκιήλ είπε πως μια μέρα οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σε ανελκυστήρες" είπε χαμογελώντας.
"Γνώριζε ο Ιεζεκιήλ τι είναι και πως λειτουργούν οι ανελκυστήρες;" ρώτησα ιδρωμένος. Έτρεμα.
"Δεν το ήξερε αλλά ήταν προφήτης. Έτσι κάνουν οι προφήτες".
Ψυχραιμία. Βγάζω ένα στραπατσαρισμένο πακέτο από το πουκάμισο και ανάβω ένα τσιγάρο.
"Ποιός είναι ο αγπαημένος σου προφήτης;" ρώτησε.
"Ο Κιούμπρικ" της απάντησα.
Βγήκε χωρίς να πει κάτι. Το κίτρινο εξαφανίστηκε, έσβησα το τσιγάρο στο πάτωμα και βγήκα κι εγώ.
Βοηθάει να καπνίζεις στο ασανσέρ.

Δεν ξέρω αν το έχεις σκεφτεί ποτέ αλλά τα σπίτια μας είναι τυλιγμένα με ηλεκτροφόρα σύρματα, δεν είναι μεταφορικό αυτό, κάποια ποιητική μαλακία ή πανκ στίχος από την εφηβεία, είναι η αλήθεια. Έχουμε όλο το ρεύμα του κόσμου και το διοχετεύουμε σε πρίζες, μέσα από καλώδια σε τοίχους, γύρω γύρω από τα δωμάτιά μας, για να δουλεύουν τα φωτιστικά, οι τοστιέρες και οι φορτιστές κινητών. 
Μια φορά καθόμουν στο μπαλκόνι, ήταν αργά το βράδυ και ήμουν μόνος μου, και περίεργα φώτα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν πάνω από τον Υμηττό, κοίταξα, τα φώτα άλλαζαν θέση και σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι αιωρούνταν μπροστά στο μπαλκόνι μου. 
Κάτι, δηλαδή δεν ξέρω τι, λέω "κάτι" συνέχεια σαν να μην ξέρω πολλά πράγματα. Το κάτι άρχισε να μου μιλάει και είπε "γιατί δεν κάνετε τα σπίτια σας διαστημόπλοια;"
Δεν είχε μορφή δίποδου ή τετράποδου όπως έχουν οι εξωγηίνοι στις ταινίες, ήταν κάτι άλλο, σαν φως, σαν τους πίνακες στα αεροδρόμια ή στα εναλλακτικά μπαρ, φωτάκια που αναβόσβηναν. Έκανα πως δεν άκουσα γιατί δεν ήθελα να πιστεψω ότι υπάρχει κάτι άλλο εκεί, "κάτι", και μου λέει "εμείς έτσι ταξιδεύουμε, τυλίγουμε καλώδια στα σπίτια μας και φεύγουμε". Και μετά δεν υπήρχε κάτι.
Έχει πλακα η ζωή μέσα στο πηνίο. Μαγνήτες, ηλεκτρικές εκκενώσεις, δυνάμεις της φυσικής που δεν τις ξέρω καλά. Δύναμη Coriolis, αυτήν ξέρω, δεν έχει σχέση με τον ηλεκτρισμό, αλλά μου αρέσει το όνομα. Ψάχνω και γω κάτι που να εξηγεί γιατί κάνουμε κυκλικές κινήσεις. Κάτι.

spy-fi
Είδα στον ύπνο μου μια μελλοντική δυστοπία όπου όλοι οι άνθρωποι ανήκουν σε ιδιωτικούς στρατούς. Ζούνε σε μια κατάσταση αδράνειας, είναι ναρκωμένοι μέσα σε ειδικούς θαλάμους και ξυπνάνε μόνο για να κάνουν τη δουλειά που τους έχει αναθέσει η εταιρεία.
Δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει πλανήτης, δεν ξέρουμε τι υπάρχει, αλλά μπορούν να σε ξυπνήσουν και να σου πουν "Ο Σέργιο Χουάν Γκαρσία στο Μέξικο Σίτυ πρέπει να είναι νεκρός μέσα σε 72 ώρες το πολύ". 
Δεν ξέρεις γιατί. Μπορεί να κάνεις καλό στην ανθρωπότητα, μάλλον όχι, δεν έχεις επιλογή παρ' όλα αυτά. Οπλίζεις ένα Smith & Wesson, σαν αυτό που είχε ο Clint Eastwood στο Dirty Harry. Είναι κάποιο αστείο που χρησιμοποιούμε ακόμη πανάρχαια όπλα;

Φτάνω στον προορισμό μου και μπαίνω σε ένα τυχαίο μπαρ. Στη σκηνή ο μαέστρος είχε για κύριο όργανό του μια ασπρόμαυρη αναλογική τηλεόραση με τρείς κεραίες. Άλλαζε τα κυκλώματα ώστε τα χιόνια να μεταδίδονται σε διαφορετικές συχνότητες, διαφορετικός ήχος και σχήματα. Δίπλα του είχε ένα πρεζάκι και μια πόρνη.

Στο πρεζάκι έχει δώσει μια άρπα στις χορδές τις οποίας περνάει ρεύμα 115 Volt σε ακαθόριστα χρονικά διαστήματα, το πρεζάκια παίζει τυχαίες νότες και που και που ουρλιάζει από το ρεύμα που περνάει μέσα από τα δάχτυλά στο σώμα του.
Η πόρνη χορεύει γυμνή και γαυγίζει ενώ που και που δίνει ενδοφλέβια στο πρεζάκι ψυκτικά υγρά, υγρά μπαταρίας και ηρωίνη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι απροσδόκητα καλό.

Στο τέλος οι θαμώνες ψηφίζουν τι τους άρεσε περισσότερο, ψηφίζουν 1, το πρεζάκι ήταν φανταστικό σήμερα, ο δημιουργός βγάζει ένα περίστροφο και πυροβολεί την πόρνη ανάμεσα στα μάτια. Το πλήθος χειροκροτεί, ιθαγενή γκαρσόνια πάνω σε άλογα σερβίρουν τεκίλα σε ιδρωμένους μεξικάνους από στρατούς ανταρτών ή δραπέτες από ιδιωτικές φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Συνήθως ξυπνάω πριν προλάβω να πυροβολήσω τον Σέργιο Χουάν Γκαρσία αλλά ακόμη κι έτσι, έχει πλάκα, στον ύπνο μου νομίζω περνάω καλύτερα.

σπονδυλική στήλη
Ένας φίλος μου λέει ότι πολλές φορές στον ύπνο του βλέπει γραφική βία επιπέδου σπλάτερ ή βίντεο γκέιμ. Βλέπει πως έχει μια ειδική κίνηση που μπορεί να σε πιάσει από το σβέρκο και να σου ξεριζώσει χωρίς ιδιαίτερο κόπο τη σπονδυλική στήλη. 
Όταν  μου το λέει αυτό φοβάμαι μήπως τον πετύχω καμιά μέρα στον ύπνο μου, αυτός με τα αδίστακτα χέρια του κι εγώ με ένα παλιό περίστροφο από την άγρια δύση. 
Αλλά εντάξει, δεν μπορώ να κάνω πολλά για αυτό. Έτσι θα γίνει το μακελειό στο τέλος, με ότι έχει ο καθένας.

[ανατέλλων τρόμος]

3.4.13

χτες βράδυ κοιμήθηκα στην όπερα της βιέννης

1
Το πιο ενδιαφέρον πράγμα που διάβασα πρόσφατα είναι ένα εγχειρίδιο ψυχιατρικής που πήρα από την αδερφή μου. Περίεργη φάση οι γιατροί κι αυτό είναι πραγματικό εγχειρίδιο, τους λέει ακόμη και τι ερωτήσεις να κάνουν στον ασθενή. Για να καταλάβουν πχ κάποια πτυχή του προβλήματος στη σχιζοφρένεια κάνουν ερωτήσεις του στυλ "Οι φωνές που ακούτε από την τηλεόραση σας απευθύνουν το λόγο ή μιλάνε μεταξύ τους για εσάς;" Αυτό. Δηλαδή δεν θέλω να πω κάτι ψαγμένο ή μεταμοντέρνο ή να κάνω εντύπωση ή οτιδήποτε, απλά μου άρεσε.

2
Είδα στον ύπνο μου ότι φτιάξαμε επιτέλους το αυτοκίνητο που το είχα παρατημένο δυο μήνες γιατί δεν είχα λεφτά. Κολυμπούσαμε στο Ιόνιο και οι φίλες μου ήταν γυμνόστηθες, εντάξει τα έχω δει κι από κοντά, αλλά στον ύπνο μου τα βλέπω όσο θέλω. Τις τέσσερις φίλες μου τις λένε Α., Β., Γ. και Δ., αλήθεια, και μου φαίνεται πολύ σημαδιακό αυτό, σαν ένα περίεργο στατιστικό μόρφωμα που αν καταλάβω τι σημαίνει θα μου φανερωθεί η μεγάλη αλήθεια του σύμπαντος ή κάτι τέτοιο αλλά όχι, ούτε καν, απλά κολυμπάμε στο Ιόνιο και είναι κι άλλοι φίλοι, πρέπει να είμαστε δέκα-δεκαπέντε άτομα, μπροστά μακριά το πιο όμορφο νησί του Ιονίου, ένα απότομο βουνό γεμάτο πεύκα που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Και ξαφνικά το σκηνικό αλλάζει και βρισκόμαστε ντυμένοι στην κεντρική πλατεία του χωριού, όχι την κανονική, μια άλλη που είχα δει σε μια ταινία για τη σικελική μαφία όταν ήμουν μικρός και στεκόμαστε γύρω από το χαλασμένο αυτοκίνητο και το κοιτάζουμε παρέα με μια περίεργη κοινότητα ανθρώπων, κάτι αλλόκοτο.

Γέροι με σκληρά μαύρα μούσια, πουκάμισα σκισμένα στα μανίκια, μισοκουμπωμένα, κάποια κουμπιά λείπουν και τα έχουν αντικαταστήσει με σπάγκους και ξεραμένα σπάρτα, δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τους. Οι γυναίκες είναι γυμνόστηθες με στικτά ασπρόμαυρα αγιόφιδα τυλιγμένα στα χέρια σαν μινωικές τοιχογραφίες. Τα παιδιά είναι ξυπόλητα, μελαχρινά με ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια. Όλο αυτό μοιάζει με ένα σπάνιο κράμα από DNA της Μεσογείου, σκέφτομαι πειρατές του 15ου αιώνα να τεκνοποιούν σε τυχαία μικρά νησιά, να μεταφέρουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους από δω κι από κει και να φτιάχνουν τελικά μια νέα τραχιά φυλή που μιλάει μια δική της γλώσσα και που δεν ξέρει πως έχει σκόρπιους συγγενείς στη Γαύδο, τη Μάλτα, τις Βαλεαρίδες, την Ικαρία και σε μικρά αχαρτογράφητα νησιά του Ιονίου.

Το χωριό έχει μετα-αναγεννησιακά κτίσματα, μπαρόκ, ροκοκό και άλλα αστεία ρεύματα, σαν να σήκωσες τη Βιέννη και να την πέταξες στη θάλασσα. Τα κτίρια μισογκρεμίστηκαν στον πόλεμο. Σκαλιστές κολώνες σε περίεργα αίθρια χωρίς οροφές και δωμάτια με τρεις μόνο τοίχους και άνοιγμα στην πρόσοψη. Και τα άφησαν έτσι λέει, δεν τα ξανάφτιαξαν μήπως ξαναγίνει πόλεμος, γιατί παλιά οι άνθρωποι ζούσαν με το φόβο του πολέμου σε αντίθεση με σήμερα που ζουν με το φόβο για το οτιδήποτε.

Εκεί σε αυτή την πλατεία, στεκόμαστε λοιπόν εμείς οι δέκα - δεκαπέντε μαζί με τους ντόπιους και κοιτάζουμε το χαλασμένο αυτοκίνητό μου όταν οι τρεις γηραιότεροι βγαίνουν μπροστά και λένε κάτι στους υπόλοιπους, αποφασίζουν δια βοής και εννιά μικρά παιδιά μεταμορφώνονται σε σαύρες του γένους Chalcides, αυτές με τα μικρά πόδια και τις γυαλιστερές φολίδες, και μπαίνουν στη μηχανή. Μετά από δυο λεπτά το αυτοκίνητο ήταν μια χαρά, δούλευε κανονικά, οι σαύρες ξανάγιναν παιδιά και μας κέρασαν τσίπουρο, τυρί και σταφύλια.

Το απόγευμα φτάσαμε στο λιμάνι έτοιμοι να γυρίσουμε πίσω. Κάπως προβληματίστηκα στον ύπνο μου, αυτό το νησί δεν έχει λιμένα τέτοιου είδους, τι άγχος, το άγχος του ύπνου μπορεί να σε σκοτώσει. Σκέφτηκα να πετάξω το αυτοκίνητο στο νερό αλλά τελικά έγινε καλύτερο, οι γυναίκες με τα φίδια στα χέρια μας φέραν εκρηκτικά και γκρεμίσαμε ολοσχερώς το λιμάνι.

Να μείνουμε εδώ; λέει η Β.
Να μείνουμε, απαντάμε όλοι.

Οι φίλες μου πέταξαν ξανά το στήθος τους έξω και τυλίχτηκαν με ερπετά, εμείς ξανθύναμε, άλλοι έγιναν παιδιά, άλλοι ντουβάρια από το λιμάνι, νερό, πεύκα, τσίπουρο, ήλιοι στη δύση τους προς την Ιταλία κτλ. Εγώ έγινα γυναίκα, καβάτζωσα τη μισογκρεμισμένη Όπερα της Βιέννης που πλέον έβλεπε θάλασσα και μισομεθυσμένη έπεσα για ύπνο κοιτάζοντας τα αστέρια της Δυτικής Ελλάδας από μια τρύπα στην οροφή, έναν μόνιμο φεγγίτη ενθύμιο από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

3
Αισθάνομαι μια αμηχανία όταν κατεβαίνω την Κατεχάκη και βλέπω το οικόπεδο με τους φοίνικες δίπλα στο 401, δεν ταιριάζει εκεί, είναι σαν να έσκισαν τη φωτογραφία και να κάνανε κολλάζ κάτι άλλο από πάνω. Νομίζω πως είναι φυτώριο, αλλά μου αρέσει να φαντάζομαι ότι δεν είναι και πως το 1953 Έλληνες αεροπόροι που πολέμησαν στην Κορέα φέραν τυχαία σπόρους από φτέρες, φοίνικες και τροπικά φυτά της Ασίας. Οι σπόροι μείνανε σε λήθαργο μέχρι τώρα που άλλαξε το κλίμα και τώρα ξαφνικά φυτρώνουν ανεξέλεγκτα, μια μικρή Ασία στα στρατιωτικά οικόπεδα. Μερικές φορές στέκομαι απέναντι και τα κοιτάζω καπνίζοντας, περιμένω να απλώσουν τα πτεροειδή κλαδιά τους και να πάρουν εκδίκηση για τις σφαγές του '51, να καλύψουν το 401 και το 251 με φύλλα και με τις ρίζες τους να τρέφονται με διεφθαρμένους καραβανάδες και υπνωμένους φαντάρους, μια ομάδα ανειδίκευτων κηφήνων - σαδιστών που βλέπουν μπάλα και φτηνές τσόντες στα διαβαθμισμένα υπόγεια απόρρητων εγκαταστάσεων για το καλό του έθνους.

Συνήθως δεν γίνεται κάτι τέτοιο, απλά κάθομαι εκεί και κοιτάζω τον κόσμο να περνάει ανυποψίαστος, σφιγμένος και  μπροστά από δέντρα που κάποια μέρα θα μας τσακίσουν χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φλυαρίες, χωρίς στρογγυλεμένες λέξεις και χωρίς πρόλογο.

Λίγες φορές όμως, είμαι σίγουρος πως έχω δει τρελά παιδιά να κατεβαίνουν από τα παράθυρα των νοσοκομείων και να τρέχουν ανάμεσα στους φοίνικες. Ξανθά αγόρια και κορίτσια, μπλε μάτια, σκούρα δέρματα, μιλάνε μόνα τους, ακούνε φωνές, γελάνε δυνατά, φωτιές στο βλέμμα, "ο σκύλος μου είπε να το κάνω", "σπάστε τα κυκλώματα που μας παρακολουθούν", τρέχουν ασταμάτητα και αν προσέξεις καλά τα βλέπεις που και που να γίνονται λιακόνια, χαμαιλέοντες ή αγιόφιδα, για λίγο μόνο, πριν σκαρφαλώσουν ξανά στα μπαλκόνια των νοσοκομείων και σταματήσουν να μιλάνε για την βραδινή κατάκλιση των 22:30 οπου η νοσοκόμα ή ο θαλαμοφύλακας θα σβήσουν το φως και θα φύγουν με αργά συρτά βήματα από το δωμάτιο.


την τελευταία ημέρα του κόσμου θα πίνω χυμό πορτοκάλι, θα φοράω πυτζάμες και θα φοβάμαι


Dies irae, dies illa / solvet saeclum in favilla / teste David cum Sibylla.

Κάθε πρωί στις 08:45 ακούγεται ο αποχυμωτής από το διπλανό διαμέρισμα. Όταν τον ακούω ξέρω ότι έχω αργήσει. Τελευταία τον ακούω όλο και πιο συχνά, δεν θυμάμαι από πότε έχω να πάω στην ώρα μου για δουλειά. Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Για κάποιο λόγο δεν έχω ποτέ χυμό στο ψυγείο και κάποια τέτοια απλά πράγματα με κάνουν να αισθάνομαι άσχημα.

Μια μεταλλική σφαίρα στο ύψος των ματιών μου. Κοφτή ανάσα στο σκοτάδι, κρύο, δύσκολες μυρωδιές. Η σφαίρα είναι φτιαγμένη από πολλές μικρές κάμερες, ένα σύνθετο μάτι με είκοσι χιλιάδες ομματίδια, ένα μηχανικό δίπτερο ή μια σφήκα με όξινη γεύση από σίδηρο.

Πρέπει να τρελαίνομαι.

Έχω βαρεθεί τον προφορικό λόγο. Αν μπορούσα θα σταματούσα εντελώς να μιλάω. Έχω ελαχιστοποιήσει τα τηλεφωνήματα, στη δουλειά φοράω ακουστικά, τέτοια φάση. Δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει αλλά οι πιο άσχημοι άνθρωποι μιλάνε δυνατά. Τους βαριέμαι, όσο λιγότερα έχουν να πουν τόσο περισσότερα ντεσιμπέλ βάζουν. 

Προχτές είδα στον ύπνο μου ότι αλλάξαμε τη γλώσσα. Είχαμε βαρεθεί να μιλάμε και σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος είναι να ανακατέψουμε το αλφάβητο. Το “α” πήγε προς το τέλος και το “χ” ήρθε πρώτο. Αρχίσαμε να βάζουμε τόνους στο “ξ” και στο “κ”. Τα φωνήεντα θα τα λέμε πνιχτά όταν βαριόμαστε και παρατεταμένα όταν έχουμε κέφια. Χαζομάρα, το ξέρω, αλλά είναι μια αρχή.

Μετά σκέφτομαι ότι δεν έχει νόημα. Σχεδόν τίποτα δεν έχει νόημα. Παλιά είχα μια θεωρία που τελικά πιστεύω ότι ισχύει. Στην αρχή λέει, είχαν και οι άνθρωποι σύνθετα μάτια, με χιλιάδες μικρά ομματίδια που κατέγραφαν επίμονα τον κόσμο. Κατέληξαν όμως να βλέπουν τα πράγματα τόσο υποκειμενικά που τέτοιου είδους όραση τους ήταν περιττή. Και ξέμειναν με τα ελαττωματικά ανθρώπινα μάτια, τα οποία αν και συχνά καμουφλάρονται με εντυπωσιακά μπλε, πράσινα ή γκρίζα, υπολειτουργούν μετά από 40 ή 50 χρόνια ζωής το πολύ. Είμαι βέβαιος πως βαθιά στο μέλλον, σε ένα εκατομμύριο χρόνια ας πούμε, δεν θα έχουμε καθόλου μάτια. Θα μας λένε π.χ. «Βρίσκεσαι σε ένα πολύ όμορφο μέρος» ή «Αυτός είναι ένας τρομακτικά άσχημος πίνακας» και θα μας φτάνει αυτό. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Νομίζω πως σήμερα τελειώνει ο κόσμος.

Την τελευταία ημέρα του κόσμου θα πίνω χυμό πορτοκάλι, θα φοράω πυτζάμες και θα φοβάμαι. Γεύση αντιβιοτικού στο στόμα, σαν πλαστικό ή τεφλόν, σαν βαρεμάρα. Στο δρόμο θα περνούν ολογράμματα παιδιών που βγάζουν κραυγές σε ρε μινόρε και λένε λολ, ομιτζί και γουατδεφάκ. Τα μεγάλα ηχεία του σύμπαντος, χαλασμένα από την αλμύρα, θα παίζουν παραμορφωμένα το ρέκβιεμ του Mozart κι ο κόσμος θα σπάει με μεγαλοπρέπεια. 

«Που βρέθηκε αλμύρα στο διάστημα;» θα ρωτήσεις. 
Κι εγώ θα σου απαντήσω «Το σύμπαν είναι από θάλασσα». 
Κι εσύ θα πεις «Είδες; Δεν είναι όλα άσχημα».

Σε αφήνω στον καναπέ και σε σκεπάζω με την καρό κουβέρτα. Βγαίνω από το διαμέρισμα με τις πυτζάμες και χτυπάω τη διπλανή πόρτα. Ένας άσχημος άντρας γύρω στα σαράντα-πέντε ανοίγει. Μυρίζει τσιγάρο, φαίνεται μόνος, είναι χοντρός, αξύριστος και έχει υπερβολικά μικρά μάτια. 

«Θέλω λίγο χυμό» θα του πω. «Θα είναι άδικο να τελειώσει ο κόσμος χωρίς να μου έχεις δώσει λίγο από τον θρυλικό χυμό των 08:45». Ο άντρας θα γελάσει, θα μου δώσει μια κανάτα και θα κλείσει την πόρτα. Είναι 08:47. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Νομίζω πως σήμερα τελειώνει ο κόσμος.

Είναι μέρες που πιστεύω ότι δεν είσαι στ’ αλήθεια εδώ, νομίζω πως τα φαντάζομαι όλα, εσένα, τη σφαίρα, το χυμό, όλα. Δεν ξέρω. Παλιά σε θεωρούσα όμορφη, μετά άσχημη, τώρα δεν ξέρω αν υπάρχεις καν, καταλαβαίνεις; Παρ’ όλα αυτά ξυπνάμε μαζί, έχεις σάλιο στο μάγουλο, σημάδια από το μαξιλάρι, τσίμπλες στα μάτια και μυρίζει το στόμα σου. 

Πως γίνεται; Δε γίνεται. Δεν πειράζει.

Μην πας για δουλειά σήμερα. Θα φτιάξουμε κάτι όμορφο. Θα κρατάω σφιχτά το ποτήρι σου, θα έχω κλειστά τα μάτια και θα νιώθω την αναπνοή σου σαν μικρό παλιρροϊκό κύμα να γκρεμίζει το δωμάτιο. 

Θα μάθουμε να ζούμε με τη σφαίρα. Θα περιστρέφεται και θα λέει με ντίτζιταλ φωνή: «Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι».

Κι εγώ θα απαντάω: «Στ’ αρχίδια μου» και μετά θα μου σφίγγεις το χέρι όσο πιο δυνατά μπορείς μέχρι να σπάσουν τα μετακάρπια οστά στην παλάμη μου.

Γιατί κάπως έτσι φαντάζομαι την αγάπη, σαν ένα κρακ στην παλάμη. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Θα δεις, θα έχει πλάκα. Μάλλον θα χάσουμε, μάλλον θα τα ξανακάνουμε σκατά, αλλά κάτσε, ξέρεις, θα έχει πλάκα. 



[ντιες ιραε]

[γραφτηκε τον Δεκέμβριο του 2012 για το μπαχαρ* 4]