3.4.13

χτες βράδυ κοιμήθηκα στην όπερα της βιέννης

1
Το πιο ενδιαφέρον πράγμα που διάβασα πρόσφατα είναι ένα εγχειρίδιο ψυχιατρικής που πήρα από την αδερφή μου. Περίεργη φάση οι γιατροί κι αυτό είναι πραγματικό εγχειρίδιο, τους λέει ακόμη και τι ερωτήσεις να κάνουν στον ασθενή. Για να καταλάβουν πχ κάποια πτυχή του προβλήματος στη σχιζοφρένεια κάνουν ερωτήσεις του στυλ "Οι φωνές που ακούτε από την τηλεόραση σας απευθύνουν το λόγο ή μιλάνε μεταξύ τους για εσάς;" Αυτό. Δηλαδή δεν θέλω να πω κάτι ψαγμένο ή μεταμοντέρνο ή να κάνω εντύπωση ή οτιδήποτε, απλά μου άρεσε.

2
Είδα στον ύπνο μου ότι φτιάξαμε επιτέλους το αυτοκίνητο που το είχα παρατημένο δυο μήνες γιατί δεν είχα λεφτά. Κολυμπούσαμε στο Ιόνιο και οι φίλες μου ήταν γυμνόστηθες, εντάξει τα έχω δει κι από κοντά, αλλά στον ύπνο μου τα βλέπω όσο θέλω. Τις τέσσερις φίλες μου τις λένε Α., Β., Γ. και Δ., αλήθεια, και μου φαίνεται πολύ σημαδιακό αυτό, σαν ένα περίεργο στατιστικό μόρφωμα που αν καταλάβω τι σημαίνει θα μου φανερωθεί η μεγάλη αλήθεια του σύμπαντος ή κάτι τέτοιο αλλά όχι, ούτε καν, απλά κολυμπάμε στο Ιόνιο και είναι κι άλλοι φίλοι, πρέπει να είμαστε δέκα-δεκαπέντε άτομα, μπροστά μακριά το πιο όμορφο νησί του Ιονίου, ένα απότομο βουνό γεμάτο πεύκα που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Και ξαφνικά το σκηνικό αλλάζει και βρισκόμαστε ντυμένοι στην κεντρική πλατεία του χωριού, όχι την κανονική, μια άλλη που είχα δει σε μια ταινία για τη σικελική μαφία όταν ήμουν μικρός και στεκόμαστε γύρω από το χαλασμένο αυτοκίνητο και το κοιτάζουμε παρέα με μια περίεργη κοινότητα ανθρώπων, κάτι αλλόκοτο.

Γέροι με σκληρά μαύρα μούσια, πουκάμισα σκισμένα στα μανίκια, μισοκουμπωμένα, κάποια κουμπιά λείπουν και τα έχουν αντικαταστήσει με σπάγκους και ξεραμένα σπάρτα, δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τους. Οι γυναίκες είναι γυμνόστηθες με στικτά ασπρόμαυρα αγιόφιδα τυλιγμένα στα χέρια σαν μινωικές τοιχογραφίες. Τα παιδιά είναι ξυπόλητα, μελαχρινά με ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια. Όλο αυτό μοιάζει με ένα σπάνιο κράμα από DNA της Μεσογείου, σκέφτομαι πειρατές του 15ου αιώνα να τεκνοποιούν σε τυχαία μικρά νησιά, να μεταφέρουν τα παιδιά και τις γυναίκες τους από δω κι από κει και να φτιάχνουν τελικά μια νέα τραχιά φυλή που μιλάει μια δική της γλώσσα και που δεν ξέρει πως έχει σκόρπιους συγγενείς στη Γαύδο, τη Μάλτα, τις Βαλεαρίδες, την Ικαρία και σε μικρά αχαρτογράφητα νησιά του Ιονίου.

Το χωριό έχει μετα-αναγεννησιακά κτίσματα, μπαρόκ, ροκοκό και άλλα αστεία ρεύματα, σαν να σήκωσες τη Βιέννη και να την πέταξες στη θάλασσα. Τα κτίρια μισογκρεμίστηκαν στον πόλεμο. Σκαλιστές κολώνες σε περίεργα αίθρια χωρίς οροφές και δωμάτια με τρεις μόνο τοίχους και άνοιγμα στην πρόσοψη. Και τα άφησαν έτσι λέει, δεν τα ξανάφτιαξαν μήπως ξαναγίνει πόλεμος, γιατί παλιά οι άνθρωποι ζούσαν με το φόβο του πολέμου σε αντίθεση με σήμερα που ζουν με το φόβο για το οτιδήποτε.

Εκεί σε αυτή την πλατεία, στεκόμαστε λοιπόν εμείς οι δέκα - δεκαπέντε μαζί με τους ντόπιους και κοιτάζουμε το χαλασμένο αυτοκίνητό μου όταν οι τρεις γηραιότεροι βγαίνουν μπροστά και λένε κάτι στους υπόλοιπους, αποφασίζουν δια βοής και εννιά μικρά παιδιά μεταμορφώνονται σε σαύρες του γένους Chalcides, αυτές με τα μικρά πόδια και τις γυαλιστερές φολίδες, και μπαίνουν στη μηχανή. Μετά από δυο λεπτά το αυτοκίνητο ήταν μια χαρά, δούλευε κανονικά, οι σαύρες ξανάγιναν παιδιά και μας κέρασαν τσίπουρο, τυρί και σταφύλια.

Το απόγευμα φτάσαμε στο λιμάνι έτοιμοι να γυρίσουμε πίσω. Κάπως προβληματίστηκα στον ύπνο μου, αυτό το νησί δεν έχει λιμένα τέτοιου είδους, τι άγχος, το άγχος του ύπνου μπορεί να σε σκοτώσει. Σκέφτηκα να πετάξω το αυτοκίνητο στο νερό αλλά τελικά έγινε καλύτερο, οι γυναίκες με τα φίδια στα χέρια μας φέραν εκρηκτικά και γκρεμίσαμε ολοσχερώς το λιμάνι.

Να μείνουμε εδώ; λέει η Β.
Να μείνουμε, απαντάμε όλοι.

Οι φίλες μου πέταξαν ξανά το στήθος τους έξω και τυλίχτηκαν με ερπετά, εμείς ξανθύναμε, άλλοι έγιναν παιδιά, άλλοι ντουβάρια από το λιμάνι, νερό, πεύκα, τσίπουρο, ήλιοι στη δύση τους προς την Ιταλία κτλ. Εγώ έγινα γυναίκα, καβάτζωσα τη μισογκρεμισμένη Όπερα της Βιέννης που πλέον έβλεπε θάλασσα και μισομεθυσμένη έπεσα για ύπνο κοιτάζοντας τα αστέρια της Δυτικής Ελλάδας από μια τρύπα στην οροφή, έναν μόνιμο φεγγίτη ενθύμιο από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

3
Αισθάνομαι μια αμηχανία όταν κατεβαίνω την Κατεχάκη και βλέπω το οικόπεδο με τους φοίνικες δίπλα στο 401, δεν ταιριάζει εκεί, είναι σαν να έσκισαν τη φωτογραφία και να κάνανε κολλάζ κάτι άλλο από πάνω. Νομίζω πως είναι φυτώριο, αλλά μου αρέσει να φαντάζομαι ότι δεν είναι και πως το 1953 Έλληνες αεροπόροι που πολέμησαν στην Κορέα φέραν τυχαία σπόρους από φτέρες, φοίνικες και τροπικά φυτά της Ασίας. Οι σπόροι μείνανε σε λήθαργο μέχρι τώρα που άλλαξε το κλίμα και τώρα ξαφνικά φυτρώνουν ανεξέλεγκτα, μια μικρή Ασία στα στρατιωτικά οικόπεδα. Μερικές φορές στέκομαι απέναντι και τα κοιτάζω καπνίζοντας, περιμένω να απλώσουν τα πτεροειδή κλαδιά τους και να πάρουν εκδίκηση για τις σφαγές του '51, να καλύψουν το 401 και το 251 με φύλλα και με τις ρίζες τους να τρέφονται με διεφθαρμένους καραβανάδες και υπνωμένους φαντάρους, μια ομάδα ανειδίκευτων κηφήνων - σαδιστών που βλέπουν μπάλα και φτηνές τσόντες στα διαβαθμισμένα υπόγεια απόρρητων εγκαταστάσεων για το καλό του έθνους.

Συνήθως δεν γίνεται κάτι τέτοιο, απλά κάθομαι εκεί και κοιτάζω τον κόσμο να περνάει ανυποψίαστος, σφιγμένος και  μπροστά από δέντρα που κάποια μέρα θα μας τσακίσουν χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φλυαρίες, χωρίς στρογγυλεμένες λέξεις και χωρίς πρόλογο.

Λίγες φορές όμως, είμαι σίγουρος πως έχω δει τρελά παιδιά να κατεβαίνουν από τα παράθυρα των νοσοκομείων και να τρέχουν ανάμεσα στους φοίνικες. Ξανθά αγόρια και κορίτσια, μπλε μάτια, σκούρα δέρματα, μιλάνε μόνα τους, ακούνε φωνές, γελάνε δυνατά, φωτιές στο βλέμμα, "ο σκύλος μου είπε να το κάνω", "σπάστε τα κυκλώματα που μας παρακολουθούν", τρέχουν ασταμάτητα και αν προσέξεις καλά τα βλέπεις που και που να γίνονται λιακόνια, χαμαιλέοντες ή αγιόφιδα, για λίγο μόνο, πριν σκαρφαλώσουν ξανά στα μπαλκόνια των νοσοκομείων και σταματήσουν να μιλάνε για την βραδινή κατάκλιση των 22:30 οπου η νοσοκόμα ή ο θαλαμοφύλακας θα σβήσουν το φως και θα φύγουν με αργά συρτά βήματα από το δωμάτιο.


την τελευταία ημέρα του κόσμου θα πίνω χυμό πορτοκάλι, θα φοράω πυτζάμες και θα φοβάμαι


Dies irae, dies illa / solvet saeclum in favilla / teste David cum Sibylla.

Κάθε πρωί στις 08:45 ακούγεται ο αποχυμωτής από το διπλανό διαμέρισμα. Όταν τον ακούω ξέρω ότι έχω αργήσει. Τελευταία τον ακούω όλο και πιο συχνά, δεν θυμάμαι από πότε έχω να πάω στην ώρα μου για δουλειά. Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Για κάποιο λόγο δεν έχω ποτέ χυμό στο ψυγείο και κάποια τέτοια απλά πράγματα με κάνουν να αισθάνομαι άσχημα.

Μια μεταλλική σφαίρα στο ύψος των ματιών μου. Κοφτή ανάσα στο σκοτάδι, κρύο, δύσκολες μυρωδιές. Η σφαίρα είναι φτιαγμένη από πολλές μικρές κάμερες, ένα σύνθετο μάτι με είκοσι χιλιάδες ομματίδια, ένα μηχανικό δίπτερο ή μια σφήκα με όξινη γεύση από σίδηρο.

Πρέπει να τρελαίνομαι.

Έχω βαρεθεί τον προφορικό λόγο. Αν μπορούσα θα σταματούσα εντελώς να μιλάω. Έχω ελαχιστοποιήσει τα τηλεφωνήματα, στη δουλειά φοράω ακουστικά, τέτοια φάση. Δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει αλλά οι πιο άσχημοι άνθρωποι μιλάνε δυνατά. Τους βαριέμαι, όσο λιγότερα έχουν να πουν τόσο περισσότερα ντεσιμπέλ βάζουν. 

Προχτές είδα στον ύπνο μου ότι αλλάξαμε τη γλώσσα. Είχαμε βαρεθεί να μιλάμε και σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος είναι να ανακατέψουμε το αλφάβητο. Το “α” πήγε προς το τέλος και το “χ” ήρθε πρώτο. Αρχίσαμε να βάζουμε τόνους στο “ξ” και στο “κ”. Τα φωνήεντα θα τα λέμε πνιχτά όταν βαριόμαστε και παρατεταμένα όταν έχουμε κέφια. Χαζομάρα, το ξέρω, αλλά είναι μια αρχή.

Μετά σκέφτομαι ότι δεν έχει νόημα. Σχεδόν τίποτα δεν έχει νόημα. Παλιά είχα μια θεωρία που τελικά πιστεύω ότι ισχύει. Στην αρχή λέει, είχαν και οι άνθρωποι σύνθετα μάτια, με χιλιάδες μικρά ομματίδια που κατέγραφαν επίμονα τον κόσμο. Κατέληξαν όμως να βλέπουν τα πράγματα τόσο υποκειμενικά που τέτοιου είδους όραση τους ήταν περιττή. Και ξέμειναν με τα ελαττωματικά ανθρώπινα μάτια, τα οποία αν και συχνά καμουφλάρονται με εντυπωσιακά μπλε, πράσινα ή γκρίζα, υπολειτουργούν μετά από 40 ή 50 χρόνια ζωής το πολύ. Είμαι βέβαιος πως βαθιά στο μέλλον, σε ένα εκατομμύριο χρόνια ας πούμε, δεν θα έχουμε καθόλου μάτια. Θα μας λένε π.χ. «Βρίσκεσαι σε ένα πολύ όμορφο μέρος» ή «Αυτός είναι ένας τρομακτικά άσχημος πίνακας» και θα μας φτάνει αυτό. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Νομίζω πως σήμερα τελειώνει ο κόσμος.

Την τελευταία ημέρα του κόσμου θα πίνω χυμό πορτοκάλι, θα φοράω πυτζάμες και θα φοβάμαι. Γεύση αντιβιοτικού στο στόμα, σαν πλαστικό ή τεφλόν, σαν βαρεμάρα. Στο δρόμο θα περνούν ολογράμματα παιδιών που βγάζουν κραυγές σε ρε μινόρε και λένε λολ, ομιτζί και γουατδεφάκ. Τα μεγάλα ηχεία του σύμπαντος, χαλασμένα από την αλμύρα, θα παίζουν παραμορφωμένα το ρέκβιεμ του Mozart κι ο κόσμος θα σπάει με μεγαλοπρέπεια. 

«Που βρέθηκε αλμύρα στο διάστημα;» θα ρωτήσεις. 
Κι εγώ θα σου απαντήσω «Το σύμπαν είναι από θάλασσα». 
Κι εσύ θα πεις «Είδες; Δεν είναι όλα άσχημα».

Σε αφήνω στον καναπέ και σε σκεπάζω με την καρό κουβέρτα. Βγαίνω από το διαμέρισμα με τις πυτζάμες και χτυπάω τη διπλανή πόρτα. Ένας άσχημος άντρας γύρω στα σαράντα-πέντε ανοίγει. Μυρίζει τσιγάρο, φαίνεται μόνος, είναι χοντρός, αξύριστος και έχει υπερβολικά μικρά μάτια. 

«Θέλω λίγο χυμό» θα του πω. «Θα είναι άδικο να τελειώσει ο κόσμος χωρίς να μου έχεις δώσει λίγο από τον θρυλικό χυμό των 08:45». Ο άντρας θα γελάσει, θα μου δώσει μια κανάτα και θα κλείσει την πόρτα. Είναι 08:47. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Νομίζω πως σήμερα τελειώνει ο κόσμος.

Είναι μέρες που πιστεύω ότι δεν είσαι στ’ αλήθεια εδώ, νομίζω πως τα φαντάζομαι όλα, εσένα, τη σφαίρα, το χυμό, όλα. Δεν ξέρω. Παλιά σε θεωρούσα όμορφη, μετά άσχημη, τώρα δεν ξέρω αν υπάρχεις καν, καταλαβαίνεις; Παρ’ όλα αυτά ξυπνάμε μαζί, έχεις σάλιο στο μάγουλο, σημάδια από το μαξιλάρι, τσίμπλες στα μάτια και μυρίζει το στόμα σου. 

Πως γίνεται; Δε γίνεται. Δεν πειράζει.

Μην πας για δουλειά σήμερα. Θα φτιάξουμε κάτι όμορφο. Θα κρατάω σφιχτά το ποτήρι σου, θα έχω κλειστά τα μάτια και θα νιώθω την αναπνοή σου σαν μικρό παλιρροϊκό κύμα να γκρεμίζει το δωμάτιο. 

Θα μάθουμε να ζούμε με τη σφαίρα. Θα περιστρέφεται και θα λέει με ντίτζιταλ φωνή: «Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι. Δεν είστε όμορφοι».

Κι εγώ θα απαντάω: «Στ’ αρχίδια μου» και μετά θα μου σφίγγεις το χέρι όσο πιο δυνατά μπορείς μέχρι να σπάσουν τα μετακάρπια οστά στην παλάμη μου.

Γιατί κάπως έτσι φαντάζομαι την αγάπη, σαν ένα κρακ στην παλάμη. 

Μην πας για δουλειά σήμερα. Κάτσε εδώ. Θα δεις, θα έχει πλάκα. Μάλλον θα χάσουμε, μάλλον θα τα ξανακάνουμε σκατά, αλλά κάτσε, ξέρεις, θα έχει πλάκα. 



[ντιες ιραε]

[γραφτηκε τον Δεκέμβριο του 2012 για το μπαχαρ* 4]

9.3.13

εφτά πολαρόιντ για τον Σαββόπουλο

1
Το καλοκαίρι του 1985 ο πατέρας μου σταματά το Opel Kadett του έξω από ένα δισκάδικο στην Αμφιλοχία. Είναι λεπτός, 34 ετών, με γυαλί που σήμερα θα το φόραγαν καλοντυμένα αγόρια και κορίτσια του κέντρου, με μουστάκι και πυκνό μαλλί. Μπαίνει μέσα και γυρίζει μετά από δύο λεπτά με μια κασέτα στρουμφάκια. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σταματήσω να γκρινιάζω και να συνεχιστεί ήσυχα το ταξίδι για τη Λευκάδα. Αυτή είναι μια απο τις αγαπημένες ιστορίες των γονιών μου, πως επι μια εβδομάδα ακούγαν συνεχώς τα στρουμφάκια. 
Εγώ δεν την θυμάμαι αυτή την ιστορία. Θυμάμαι πράγματα πριν απο αυτό και πράγματα μετά από αυτό αλλά τη συγκεκριμένη ιστορία όχι. Γενικά, στις μόνες αναμνήσεις που έχω απο ταξίδια με αυτοκίνητο σε τόσο μικρή ηλικία ακούγεται η Συννεφούλα, η Σημαία από νάυλον και ο Καραγκιόζης του Σαββόπουλου.

2
Τον χειμώνα το 2010 έχω τσακωθεί με τη Β. Πίνω μόνος μου στο μπαλκόνι της Κυψέλης, βρέχει, φοράω ένα χοντρό μπουφάν όπως αυτά που φορούσαν οι στρατιώτες της Ανατολικής Γερμανίας και σκούφο και κάθομαι κάτω από την τέντα σε έναν παλιο καναπε που έχω βρεί στα σκουπίδια, στη γωνία Δροσοπούλου και Κεφαλληνίας. Αρχίζω ασυναίσθητα να μουρμουρίζω τη Συννεφούλα και τότε συνειδητοποιώ ότι κάποια πράγματα τελικά γίνονται. Οταν ήμουν μικρός ήθελα τη Συννεφούλα χωρίς να ξέρω τι είναι και όταν μεγάλωσα τελικά τη βρήκα. Και αφενός δε μου άρεσε και αφετέρου τώρα δεν έχω κάτι να περιμένω.



Ειμαι 6 ετών και κάθομαι στο πίσω κάθισμα στην καινούρια Opel Ascona. Έχω κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι και σκέφτομαι "τούτο το παιδί που δεν έχει απόψε που να πάει, που να πάει". Δυσκολεύομαι να καταλάβω. Γιατί δεν πάει σπίτι του; Τι κάνει η μαμά του κι ο μπαμπάς του; Υπαρχουν παιδάκια μόνα τους; Και κάνουν παρέα με ενα λευκό σεντόνι και μια τρελή λάμπα;
Όταν μεγαλώσεις βλέπεις πως μπορείς να έχεις σπίτι, φίλους, οικογένεια, σύντροφο και ακόμη και τότε να μην έχεις που να πας.

4
Είμαι 17, είναι καλοκαίρι, ένας πάνκης γύρω στα 25 έρχεται σπίτι να αράξουμε. Δεν τον συμπαθώ πολύ, αλλά πηγαίνουμε μαζί σε κάτι συναυλίες και μου γράφει κασέτες με GBH, Amebix και Crass. Αράζουμε μονοι στο σπίτι και σε κάποια φάση μου λέει χωρις να το περιμένω "έχω φούντα αλλά δεν ξέρω να στρίβω". Στην αρχή γέλασα, αλλά του έστριψα δυο τρια τσιγάρα. Όσο έστριβα κοίταζε τα βινύλια. "Να πάρω να ακούσω αυτά; θα στα φέρω απο βδομάδα" λέει. Κράταγε το Ουαι του Χατζή και το Φορτηγό του Σαββόπουλου. Φυσικά τους εξαφάνισε, χαθήκαμε, θα ξεκόβαμε ούτως ή άλλως, είμασταν διαφορετικοί. Τον ξαναείδα μια φορά στα εξάρχεια πριν λίγα χρόνια και ούτε εγώ ούτε αυτός είχαμε όρεξη να μιλήσουμε, αλλάξαμε πεζοδρόμια και χαθήκαμε.

5
Χτες στο Gagarin. Είναι η πρώτη φορά που πάω μόνος μου σε συναυλία, η πρώτη φορά που βλέπω από κοντά τον Σαββόπουλο και η πρώτη φορά που κλαίω σε συναυλία. Μετά το διάλειμμα ανεβαίνω στον εξώστη, έχω αρχίσει να ζαλίζομαι από τις μπύρες και με έχει πιάσει μια μαλακία οπου δεν μπορώ να σταματήσω να δακρύζω. Θέλω να καπνίσω, γυρίζω δεξιά και βλέπω μια καλοντυμένη κυρία γύρω στα 55 να καπνίζει μόνη της. Της λέω "συγγνώμη, αλλά επειδή έχω συγκινθεί πολύ, μπορώ να έχω ένα τσιγάρο;" Μου δίνει και μου το ανάβει. "Το έχω κόψει, μου λέει, μόνο για τον Σαββόπουλο πήρα". "Κι εγώ" της απαντάω. Μου χαμογέλαει, μου λέει "μην το ξαναρχίσεις" και γυρίζει ξανά προς τη σκηνή με κόκκινα μάτια.
Μετά θυμάμαι πως σήμερα είναι τα γενέθλια του πατέρα μου και σκέφτομαι ότι αν ήταν στην Αθήνα θα του έκανα δώρο ενα εισιτήριο και ένα τσιγάρο.

6
Πριν δύο χρόνια, στο ξέσπασμα της κρίσης ο Σαββόπουλος λέει να στείλουμε τους μετανάστες σε νησιά. Δυσκολεύομαι να το διαχειριστώ, θυμάμαι τους γονείς μου να συζητάνε για τον Σαββόπουλο και τον Μητσοτάκη και πόσο μπερδευόμουν που δυο προσωπικότητες που προκαλούσαν στην οικογένεια τα ακριβώς αντίθετα συναισθήματα, ήταν τώρα στην ίδια θεματική συζήτηση. Κάθε σχέση έχει ένα αγκάθι, η πολιτκή είναι αγκάθι στην αγάπη μου για τον Σαββόπουλο, μπορεί να είναι παρεξηγημένος, μπορεί να είναι μαλάκας, δεν ξέρω, εγώ τον συγχωρώ κι ας με πληγώνει καμια φορά.

7
Χτες ξημερώματα. Είμαι στο αυτοκίνητο μιας σχεδόν άγνωστης κοπέλας, ήταν με τους φίλους μου σε ένα πάρτυ, δεν είχα καθόλου λεφτά πάνω μου, με όσα είχα ήπια μπύρες στο gagarin. Είμαι πλέον μεθυσμένος, της λέω είναι 4, κάνει ψωλόκρυο, δεν έχω μια, θα με αφήσεις κάπου στο κέντρο όπως κατεβαίνεις; Στην αρχή της βραδιάς έκλαιγα στον σαββόπουλο, μετά έπινα ουίσκι σε ένα υπόγειο όπου η Α. και ο Β. μου έβαφαν το πρόσωπο για να μοιάζω με γατούλη και τώρα είμαι στην Μεσογείων, ο δρόμος είναι άδειος, η κοπέλα μου μιλάει και λέει κάτι για δουλειές και για έναν γκόμενο που είχε αλλά ηταν μαλάκας κι εγώ δεν την ακούω καλά, προσπαθώ να θυμηθώ ποια είναι, αν της την έπεσα, αν μου την έπεσε, αλλά όχι, ευτυχώς τίποτα, φίλη των παιδιών είναι, της λέω ασε με εδώ σε παρακαλώ, καλά είναι. Μου λέει αν θες σε παω και στο σπίτι, δεν είναι κόπος, και της λέω όχι εντάξει και κατεβαίνω. 
Προσπαθώ να καταλάβω που κατέβηκα, βλέπω το Δρομέα, οκ σκέφτομαι, πάω στέκομαι από κάτω και του λέω "εσύ έχεις απόψε που να πας;". Δεν απαντάει, περιμένω λίγο ακόμη, τον βγάζω μια φωτογραφία, ένας ταρίφας μπαίνει στην Β. Σοφίας με 140 και λάστιχα που στριγγλίζουν στην άσφαλτο. Χαιρετάω το άγαλμα, το μόνο άγαλμα που φαίνεται να είναι πιο χαρούμενο από τους ανθρώπους, και περπατάω για το σπίτι λίγο πριν ξημερώσει. Σκέφτομαι πόσο ωραία θα ήταν τώρα να άρχιζε ναι χιονίζει και να ακουγόταν από κάπου το Ολαρία Ολαρά και αρχίζω να δακρύζω ξανά σαν πεντάχρονο κοριτσάκι.